2770/2015 ΣτΕ Τμήμα Β’

Διαγωνισμός για την προμήθεια αγαθών χρήσης προσβάσιμου εκπαιδευτικού λογισμικού, που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 2522/1997 – Αίτηση ακύρωσης μετά από απόφαση της Επιτροπής Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας εκδοθείσα στο πλαίσιο του Ν. 2522/1997, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων – Ανάκληση κατακύρωσης του αποτελέσματος του διαγωνισμού επειδή κατά τον προληπτικό έλεγχο του σχετικού σχεδίου σύμβασης από το αρμόδιο Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου κρίθηκε ότι μεταξύ της αναδόχου εταιρείας και συνυποψηφίας εταιρείας υφίστανται ιδιαίτερες σχέσεις και δη ότι οι εταιρείες αυτές έχουν στα ΔΣ τους τρία κοινά μέλη και ότι οι σχέσεις αυτές αποδεικνύουν την οργανική εξάρτηση των εταιρειών σε τέτοιο βαθμό ώστε να προκύπτει άνευ άλλου τινός η συνεννόησή τους και εναρμόνιση των προσφορών τους, με αποτέλεσμα να επέρχεται παραβίαση της αρχής της μυστικότητας των προσφορών και νόθευση του ανταγωνισμού – Μη νόμιμη κρίση διότι οι σχέσεις των εταιρειών δεν αρκούσαν από μόνες τους ώστε να αποτελέσουν νόμιμο λόγο αποκλεισμού αλλά απαιτείτο η αιτιολογημένη διαπίστωση ότι οι σχέσεις αυτές επηρέασαν συγκεκριμένα τη συμπεριφορά των εταιρειών κατά τη διαμόρφωση των προσφορών και τη συμμετοχή τους στο διαγωνισμό – Πλημμελής αιτιολογία προσβαλλόμενης απόφασης – Δεκτή η αίτηση ακύρωσης.

ΑΠΟΦΑΣΗ 2770/2015 ΣτΕ Τμήμα Β’

1. Επειδή με την υπ’ αριθμ. πρωτ. 6589/28-7-2006 διακήρυξη του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, ανεξάρτητης δημόσιας υπηρεσίας υπαγόμενης στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, κατ’ άρθρο 24 παρ. 1 του ν. 1566/1985 (ΣΕ 3450/06 κ.α.), προκηρύχθηκε δημόσιος διεθνής ανοικτός διαγωνισμός, με κριτήριο κατακύρωσης την πλέον συμφέρουσα προσφορά, για την προμήθεια αδειών χρήσης προσβάσιμου εκπαιδευτικού λογισμικού ειδικής και γενικής αγωγής για την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, προϋπολογισθείσας δαπάνης 6.689.000 ευρώ (χωρίς φπα). Στο διαγωνισμό, ο οποίος διενεργήθηκε στις 3-10-2006, έλαβαν μέρος, μεταξύ άλλων, η αιτούσα και οι εταιρείες «….» και «….». Με την υπ’ αριθμ. 37/18-10-2006 απόφαση του Συντονιστικού Συμβουλίου του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου κρίθηκαν καταρχήν αποδεκτές οι προσφορές των ως άνω εταιρειών. Κατά της απόφασης αυτής, η εταιρεία «….» υπέβαλε την υπ’ αριθμ. πρωτ. 8820/24-10-2006 προσφυγή του άρθρου 3 παρ. 2 του ν. 2522/1997, ισχυριζόμενη ότι, εξαιτίας της κοινής διοίκησης, μετοχικής σύνθεσης και έδρας της αιτούσας και της εταιρείας «….», η συμμετοχή τους για την ίδια κατηγορία λογισμικού του διαγωνισμού [500 άδειες για την κάλυψη ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών (αυτισμός), προϋπολογισθείσας δαπάνης 115.500 ευρώ (χωρίς φπα)] είναι αντίθετη στην αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού και καταστρατηγεί τη διακήρυξη, και δη το άρθρο 2.2 παρ. 5 αυτής, που απαγορεύει την υποβολή περισσοτέρων από μία προσφορών από τον ίδιο υποψήφιο στην ίδια κατηγορία λογισμικού. Με την υπ’ αριθμ. 39/1-11-2006 απόφαση του, το Συντονιστικό Συμβούλιο απέρριψε ως αβάσιμη την προαναφερθείσα προσφυγή της εταιρείας «….». Ακολούθως, κατά την τεχνική αξιολόγηση των προσφορών στην ανωτέρω κατηγορία λογισμικού, το Συντονιστικό Συμβούλιο έκανε δεκτές τις προσφορές της αιτούσας και της εταιρείας «….», ενώ απέρριψε τις προσφορές των λοιπών συμμετεχουσών εταιρειών, μεταξύ των οποίων και της εταιρείας «….», και με την υπ’ αριθμ. 25/11-6-2008 απόφαση του κατακύρωσε τα αποτελέσματα του διαγωνισμού για το προαναφερθέν είδος στην αιτούσα εταιρεία. Εν συνεχεία, όμως, στο πλαίσιο του προληπτικού ελέγχου του άρθρου 19 παρ. 7 του π.δ/τος 774/1980, το Ελεγκτικό Συνέδριο, με την υπ’ αριθμ. 152/2008 πράξη του ΣΤ’ Κλιμακίου του, έκρινε ότι κωλύεται η υπογραφή του σχεδίου της σχετικής σύμβασης, με την αιτιολογία ότι, λόγω της οργανικής εξάρτησης της αιτούσας και της εταιρείας «…», η έγκριση των προσφορών τους ως παραδεκτών για την ίδια κατηγορία λογισμικού παραβιάζει τη διακήρυξη (άρθρο 2.2. παρ. 5) και τις αρχές ,του υγιούς ανταγωνισμού, της διαφάνειας και της ισότιμης μεταχείρισης μεταξύ των διαγωνιζομένων. Κατόπιν τούτου, το Συντονιστικό Συμβούλιο, με την υπ’ αριθμ. 36/10-9-2008 πράξη του, ανεκάλεσε την ως άνω κατακυρωτική απόφαση και κάθε προηγούμενη πράξη του που αφορά την αιτούσα και απεφάσισε να μην υπογραφεί η σχετική σύμβαση με την τελευταία. Κατά της απόφασης αυτής η αιτούσα υπέβαλε την υπ’ αριθμ. πρωτ. 6884/10-10-2008 προσφυγή του άρθρου 3 παρ. 2 του ν. 2522/1997, η οποία απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 42/15-10-2008 απόφαση του Συντονιστικού Συμβουλίου για τους λόγους, οι οποίοι περιέχονται στην υπ’ αριθμ. 152/2008 πράξη του ΣΤ’ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου” στη συνέχεια δε, άσκησε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία έγινε δεκτή με την υπ’ αριθμ. 582/2009 απόφαση της Επιτροπής Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας, αφού πιθανολογήθηκε σοβαρά ως βάσιμος ο προβληθείς από την αιτούσα λόγος ότι η επίμαχη ανάκληση της κατακυρωτικής πράξης εκδόθηκε κατά παράβαση της αρχής της προηγούμενης ακρόασης. Ήδη, με την υπό κρίση αίτηση η αιτούσα ζητεί την ακύρωση της ως άνω υπ’ αριθμ. 42/15-10-2008 απόφασης του Συντονιστικού Συμβουλίου περί απορρίψεως της προδικαστικής της προσφυγής.

3. Επειδή, ο επίδικος διαγωνισμός, ως εκ του αντικειμένου του και του ύψους της προϋπολογισθείσας δαπάνης, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/18/ΕΚ (EE L 134) και, συνεπώς, και του ν. 2522/1997 (Α’ 178) [ήδη, ν. 3886/2010 (Α’ 173)]. Ενόψει τούτου, η υπό κρίση αίτηση, η οποία ήταν εκκρεμής ενώπιον του Δικαστηρίου την 31-12-2010, παραμένει στην ακυρωτική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με το άρθρο 47 παρ. 4 εδ. β’ του ν. 3900/2010 (Α’ 213) (ΣτΕ 1823/2015, 612/2014, 423/2013 κ.ά.).

4. Επειδή, εξάλλου, μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης και σε συμμόρφωση προς την προαναφερθείσα υπ’ αριθμ. 582/2009 απόφαση της Επιτροπής Αναστολών, το Συντονιστικό Συμβούλιο, με την υπ’ αριθμ. 20/22-7-2009 πράξη του, απεφάσισε να καλέσει την αιτούσα να εκθέσει γραπτώς τις απόψεις της σε σχέση με τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω υπ’ αριθμ. 152/2008 πράξη του ΣΤ’ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Μετά δε την κατάθεση σχετικής επιστολής εκ μέρους της αιτούσας (υπ’ αριθμ. πρωτ. 3311/5-8-2009), το Συντονιστικό Συμβούλιο εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 21/26-8-2009 πράξη του, με την οποία απεφάσισε «να εμμείνει στην προηγούμενη απόφαση του, με την οποία αποδέχεται την κρίση του Κλιμακίου, καθώς οι αιτιάσεις της εταιρείας δεν εισφέρουν ουσιωδώς νέα στοιχεία και δεν ανατρέπουν, συνεπώς, το σκεπτικό της απόφασης 152/08 του ΣΤ’ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου». Η τελευταία αυτή πράξη του Συντονιστικού Συμβουλίου, εκδοθείσα χωρίς νέα ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, έχει επιβεβαιωτικό, και, ως εκ τούτου, μη εκτελεστό χαρακτήρα.

5. Επειδή, στην παράγραφο 1 του άρθρου 98 του Συντάγματος, όπως αντικαταστάθηκε με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων (Α’ 84), ορίζεται ότι «στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανήκουν ιδίως: α. (…). β. Ο έλεγχος συμβάσεων μεγάλης οικονομικής αξίας στις οποίες αντισυμβαλλόμενος είναι το Δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο που εξομοιώνεται με το Δημόσιο από την άποψη αυτή, όπως νόμος ορίζει, γ. (…). ζ. (…)». Περαιτέρω, το αυτό άρθρο 98 ορίζει, στην παράγραφο 2, ότι κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων που προβλέπονται στις περιπτώσεις α’ έως δ’ της προηγουμένης παραγράφου 1 δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 93 παράγραφοι 2 και 3 του Συντάγματος περί δημοσιότητος των συνεδριάσεων των δικαστηρίων και αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων, αντιστοίχως. Τέλος, στην παράγραφο 3 του άρθρου 98 του Συντάγματος ορίζεται ότι «οι αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου για υποθέσεις της παραγράφου 1 δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας». Εξ άλλου, με το άρθρο 15 του ν. 2145/1993 (Α’ 88) προσετέθη παράγραφος 7 στο άρθρο 19 του π.δ/τος 774/1980 «,Περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου ισχυουσών διατάξεων» (Α’ 189), η οποία προβλέπει, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση της με τα άρθρα 8 παράγραφος 1 του ν. 2741/1999 (Α’ 199), 2 του ν. 3060/2002 (Α’ 242) και 12 παράγραφος 27 του ν. 3310/2005 (Α’ 30), ότι οι συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, οι οποίες συνάπτονται από το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τις δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς και έχουν προϋπολογιζόμενη δαπάνη υπερβαίνουσα το ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ, υπόκεινται, προ της συνάψεως τους, σε υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας, διενεργούμενο από Κλιμάκια του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Στην ίδια διάταξη ορίζονται, περαιτέρω, τα εξής: «(…). Εάν δεν διενεργηθεί ο έλεγχος, η σύμβαση που συνάπτεται είναι άκυρη. Για το σκοπό του ελέγχου υποβάλλεται στο Κλιμάκιο, από τον αρμόδιο Υπουργό ή φορέα, ο φάκελος με όλα τα σχετικά έγγραφα και στοιχεία (…). Αιτήσεις ανακλήσεως των Πράξεων των Κλιμακίων, σε περίπτωση πλάνης περί τα πράγματα ή το νόμο, υποβάλλονται στη γραμματεία του αρμόδιου τμήματος από αυτόν που έχει σπουδαίο έννομο συμφέρον προς τούτο ή από τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας χάριν του δημοσίου συμφέροντος (…). Τις αιτήσεις ανακλήσεως εξετάζει Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου (…). Άλλη αίτηση ανακλήσεως δεν επιτρέπεται (…)». Με τις προεκτεθείσες διατάξεις θεσπίζεται σύστημα προληπτικού ελέγχου από το Ελεγκτικό Συνέδριο των μεγάλης οικονομικής αξίας συμβάσεων προμηθειών, δημοσίων έργων και υπηρεσιών που συνάπτουν το Δημόσιο και οι φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Όπως έχει κριθεί, ο έλεγχος αυτός δεν αποτελεί άσκηση δικαιοδοτικής εξουσίας, το δε Ελεγκτικό Συνέδριο, στην περίπτωση αυτή, ούτε ενεργεί ως Δικαστήριο ούτε διεξάγει δίκη ούτε επιλύει διαφορές υποκαθιστάμενο στη δικαιοδοσία άλλων δικαστηρίων, η δε εκδιδόμενη από αυτό «πράξη» δεν είναι απόφαση δικαιοδοτούντος οργάνου, δηλαδή δικαστική απόφαση, και, κατά συνέπεια, δεν υποκαθιστά τον δικαστικό έλεγχο που ασκεί το Συμβούλιο της Επικρατείας επί της νομιμότητας της διοικητικής διαδικασίας που απολήγει στην σύναψη διοικητικών συμβάσεων προμηθειών, έργων και υπηρεσιών (ΑΕΔ 20/2005, ΣτΕ 2473/2008 Ολομ. κ.α.). Εξάλλου, αποκλείεται μεν, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 98 του Συντάγματος, η ευθεία προσβολή μιας τέτοιας πράξης του Ελεγκτικού Συνεδρίου ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. ΣτΕ 2473/2008 Ολομ.), όμως, διοικητική πράξη, που έχει εκδοθεί βάσει αυτής, προσβάλλεται παραδεκτώς ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο, κατά τον έλεγχο της νομιμότητας της, δεν δεσμεύεται από τα αμέσως ή εμμέσως κριθέντα με την ως άνω πράξη του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

6. Επειδή, στο άρθρο 2 της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ (βλ. αντίστοιχο άρθρο 3 του π.δ.60/2007, Α’ 64) ορίζεται ότι «Οι αναθέτουσες αρχές αντιμετωπίζουν τους οικονομικούς φορείς ισότιμα και χωρίς διακρίσεις και ενεργούν με διαφάνεια». Εξάλλου, στο άρθρο 2.2.5 της διακήρυξης προβλέπεται ότι «Κάθε υποψήφιος Ανάδοχος μπορεί να υποβάλει μία μόνο Προσφορά ανά κατηγορία λογισμικού». Όπως έχει δε κριθεί, η τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης των διαγωνιζομένων αποτελεί ουσιώδη αρχή της διαδικασίας αναθέσεως δημοσίων συμβάσεων, που αποσκοπεί στην διασφάλιση και ανάπτυξη πραγματικού ανταγωνισμού στους σχετικούς τομείς οικονομικής δραστηριότητας. Τούτου έπεται ότι ενέργειες ή ιδιαίτερες συνθήκες, υπό τις οποίες τελούν διαγωνιζόμενες επιχειρήσεις, συνιστούν λόγο αποκλεισμού αυτών από τον διαγωνισμό, εφόσον αποδεικνύεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ότι οι εν λόγω ενέργειες ή ιδιαίτερες συνθήκες παρείχαν σ’ αυτές την ευχέρεια ανταλλαγής πληροφοριών και εν γένει εναρμονισμού της συμπεριφοράς τους, κατά τη διαμόρφωση της προσφοράς τους και κατά τη συμμετοχή τους στη διαδικασία του διαγωνισμού, με αποτέλεσμα την δημιουργία άνισων συνθηκών ανταγωνισμού σε βάρος των λοιπών διαγωνιζομένων, το δε σχετικό βάρος αποδείξεως φέρει, κατά γενική δικονομική αρχή, εκείνος που επικαλείται τη συνδρομή των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν τον ανωτέρω λόγο αποκλεισμού. Εξάλλου, αποκλεισμός των επιχειρήσεων αυτών, ακόμη και στις περιπτώσεις που οι μεταξύ τους σχέσεις δεν επηρεάζουν συγκεκριμένα τη συμπεριφορά τους στο πλαίσιο της διαγωνιστικής διαδικασίας, ήτοι επί τη βάσει αμάχητου τεκμηρίου, σύμφωνα με το οποίο οι ως άνω ιδιαίτερες σχέσεις ή συνθήκες αλλοιώνουν άνευ ετέρου τον ανταγωνισμό προς βλάβη των λοιπών συμμετεχόντων, θα ήταν αντίθετη στο δημόσιο συμφέρον, το οποίο έγκειται στη διασφάλιση της συμμετοχής του μεγαλύτερου αριθμού επιχειρήσεων στους διαγωνισμούς, και θα έβαινε πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού της διασφάλισης των αρχών της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης (πρβλ. ΔΕΚ, απόφαση της 23-12-2009, C-376/2008 Serrantoni Sri, Consorzio stabile edili Scrl, απόφαση της 19-5-2009, C-538/07, Assitur Sri, απόφαση της 16-2-2008, C-213/2007, Μηχανική Α.Ε., απόφαση της 3-3-2005, C-21/03 και C-34/03, Fabricom S.A. κατά Βελγίου, ΣτΕ 3470/2011 Ολομ., ΕΑ 85/2006, 105/2010 κ.α.)·

7. Επειδή, εν προκειμένω, η αναθέτουσα αρχή προέβη στην ανάκληση της κατακύρωσης του αποτελέσματος του διαγωνισμού στην αιτούσα εταιρεία, και, εν συνεχεία, στην απόρριψη -με την προσβαλλόμενη πράξη- της προδικαστικής της προσφυγής, επειδή, κατά τον προληπτικό έλεγχο του σχετικού σχεδίου συμβάσεως από το αρμόδιο Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου κρίθηκε ότι μεταξύ της αιτούσας και της εταιρείας «….» υφίστανται ιδιαίτερες σχέσεις, ειδικότερα δε, οι εταιρείες αυτές έχουν στα διοικητικά τους συμβούλια τρία κοινά μέλη, μεταξύ των οποίων και τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο, ο οποίος κατέχει ποσοστό 67,61% και 30% επί του συνόλου των μετοχών της πρώτης και δεύτερης, αντίστοιχα, καθώς και κοινή έδρα (στην οδό …..), η δε αιτούσα είναι μέτοχος σε ποσοστό 4% της εταιρείας «….» οι σχέσεις δε αυτές, κατά την προαναφερθείσα πράξη του ΣΤ’ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αποδεικνύουν την οργανική εξάρτηση των ανωτέρω εταιρειών σε τέτοιο βαθμό, ώστε να προκύπτει άνευ άλλου τινός η συνεννόηση τους και εναρμόνιση των προσφορών τους στις ίδιες κατηγορίες λογισμικού που συμμετείχαν, με αποτέλεσμα να επέρχεται παραβίαση της αρχής της μυστικότητας των προσφορών, νόθευση του υγιούς ανταγωνισμού και ευθεία παραβίαση του ανωτέρω όρου της διακήρυξης. Εξάλλου, με την υπ’ αριθμ. 582/2009 απόφαση της Επιτροπής Αναστολών ανεστάλη η εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης, αφού πιθανολογήθηκε σοβαρά ως βάσιμος ο προβληθείς από την αιτούσα λόγος περί παραβιάσεως της αρχής της προηγούμενης ακρόασης, με τη σκέψη ότι, ανεξαρτήτως της νομιμότητας της αιτιολογίας της ανωτέρω πράξης του ΣΤ’ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, έπρεπε να παρασχεθεί στην αιτούσα η δυνατότητα να αναπτύξει σχετικά τις απόψεις της. Κατόπιν τούτου, η αναθέτουσα αρχή κάλεσε την τελευταία να διατυπώσει τις απόψεις της, αυτή δε με το υπ’ αριθμ. 3311/5-8-2009 έγγραφο της, ισχυρίσθηκε ότι δεν υπάρχουν ιδιαίτερες σχέσεις μεταξύ αυτής και της εταιρείας «….», ικανές να επηρεάσουν το περιεχόμενο των προσφορών τους και να οδηγήσουν σε νόθευση του ανταγωνισμού, διότι: α) οι δύο εταιρείες δεν έχουν κοινή μετοχική σύνθεση, αφού η αιτούσα κατέχει μόνο ποσοστό 4% επί του καταβεβλημένου κεφαλαίου της «….», β) δεν έχουν κοινή διοίκηση, αφού τα κοινά μέλη στο Διοικητικό Συμβούλιο των ως άνω εταιρειών είναι τρία επί συνόλου επτά, γ) δεν έχουν κοινή έδρα, αφού ναι μεν εδρεύουν στην ίδια ως άνω διεύθυνση, είναι, όμως, εγκατεστημένες σε διαφορετικούς χώρους, δ) δεν αποτελούν συνδεδεμένες επιχειρήσεις, κατά τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, και, ως εκ τούτου, δεν ενοποιούν τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις τους, ούτε, άλλωστε, οι αρμόδιες διοικητικές ή χρηματιστηριακές αρχές έχουν θέσει τέτοιο θέμα, ε) η υπογραφή της προσφοράς της αιτούσας έγινε από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής, όχι, όμως, και η υπογραφή της προσφοράς της «….». Με την υπό κρίση αίτηση, όπως αυτή συμπληρώνεται με το από 17-5-2013 δικόγραφο προσθέτων λόγων, η αιτούσα επαναλαμβάνει τους ως άνω ισχυρισμούς, προβάλλει δε ότι η προσβαλλομένη πράξη είναι μη νόμιμη, διότι δεν παραθέτει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία περί του ότι μεταξύ αυτής και της εταιρείας «….» υπήρξε συνεννόηση κατά την υποβολή των προσφορών τους, ούτε προσδιορίζει σαφώς κατά ποίον τρόπο οι μεταξύ τους εταιρικές σχέσεις επηρέασαν την ανάπτυξη υγιούς ανταγωνισμού στο διαγωνισμό. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, διότι, όπως εκτέθηκε στην προηγούμενη σκέψη, οι σχέσεις των ως άνω εταιρειών, στις οποίες το Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου στήριξε την κρίση του, δεν αρκούσαν από μόνες τους, ώστε να αποτελέσουν λόγο αποκλεισμού της αιτούσας από το διαγωνισμό, αλλά απαιτείτο η αιτιολογημένη διαπίστωση ότι οι σχέσεις αυτές επηρέασαν συγκεκριμένα τη συμπεριφορά των εν λόγω εταιρειών κατά τη διαμόρφωση των προσφορών τους και τη συμμετοχή τους στο διαγωνισμό. Συνεπώς, η προαναφερθείσα κρίση είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, όπως και η στηριχθείσα σ’ αυτήν προσβαλλόμενη πράξη.

8. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. 42/15-10-2008 απόφαση του Συντονιστικού Συμβουλίου του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, παρελκούσης ως αλυσιτελούς της εξετάσεως των λοιπών προβαλλομένων λόγων.

Διά ταύτα
Δέχεται την κρινόμενη αίτηση.
Ακυρώνει την υπ’ αριθμ. 42/15-10-2008 απόφαση του Συντονιστικού Συμβουλίου του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, κατά το αιτιολογικό.
Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου. Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αιτούσας, η οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2014 και η
απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 2ας Ιουλίου 2015.

Ο Προεδρεύων Σύμβουλος

Η Γραμματέας

GreekEnglish